Δημήτριος Βικέλας (Σῦρος 1833-Ἀθήνα 1908)

Πεζογράφος, ποιητής, μεταφραστής, συγγραφέας φιλολογικῶν καὶ ἱστορικῶν μελετῶν, πρῶτος πρόεδρος τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, ἱδρυτὴς τοῦ Συλλόγου πρὸς διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων.

Ὁ Δημήτριος Βικέλας γεννήθηκε στὴν Ἑρμούπολη τῆς Σύρου στὶς 15 Φεβρ. 1833 καὶ ἀπέθανε στὴν Ἀθήνα στὶς 8 Ἰουλ. 1908. Ἦταν γιὸς τοῦ Μανουὴλ Μπικέλα, ἐμπόρου ἀπὸ τὴν Βέρροια, καὶ τῆς Σμαράγδας, κόρης τοῦ ἐμπόρου Γεωργίου Μελᾶ ἀπὸ τὰ Γιάννενα. Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Βικέλας ἀκολούθησε τὴν διαδρομὴ τῆς οἰκογένειάς του: Κωνσταντινούπολη, Ἀθήνα, Ὀδησσός, Σῦρος. Τὸ 1849 εἶχε μιὰ σύντομη θητεία στὸ γραφεῖο τοῦ πατέρα του στὴν Ὀδησσό, ἀπὸ τὸ 1852 δὲ καὶ ἐπὶ 24 χρόνια ἐργάσθηκε στὸ Λονδῖνο, στὴν ἀρχὴ ὡς ὑπάλληλος καὶ ἀπὸ τὸ 1871 ὡς μέτοχος στὴν ἐμπορικὴ ἐπιχείρηση τῶν θείων του Λέοντος καὶ Βασιλείου Μελᾶ.

Ὁ Βικέλας διαμορφώθηκε πνευματικὰ ἔξω ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ σύνορα. Ἀπὸ τὸ στενὸ συγγενικό του κύκλο ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τὸν θεῖο του Λέοντα Μελᾶ, τὸν συγγραφέα τοῦ Γεροστάθη. Στὸ Λονδῖνο συνδέθηκε μὲ τὴν ἑλληνικὴ ὁμογένεια καὶ ἀπασχολήθηκε σοβαρὰ μὲ τὴν διάσωση τοῦ ἑλληνικοῦ χαρακτῆρα της. Στὶς σχετικές του δραστηριότητες ἐντάσσονται, μεταξὺ ἄλλων, ἡ ἵδρυση, τὸ 1870, ἑλληνικοῦ σχολείου στὸ Λονδῖνο καὶ ἡ ὀργάνωση πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων. Ἡ ἐπαγγελματική του ἐνασχόληση ἔδωσε στὸν Βικέλα τὴν εὐκαιρία νὰ πραγματοποιήσει πολλὰ ταξίδια στὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο. Στὸ Παρίσι μάλιστα συνδέθηκε στενὰ μὲ τοὺς ἐκεῖ φιλολογικοὺς κύκλους καὶ δέχθηκε ἐπιδράσεις ὅσον ἀφορᾶ στὶς ἐπιστημονικὲς ἐπιλογές του.

Ἤδη ἀπὸ τὴν δεκαετία τοῦ 1870 ὁ Βικέλας εἶχε ἐπιβληθεῖ στοὺς ἐπιστημονικοὺς κύκλους τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου μὲ ἀξιόλογες ἐπιστημονικὲς μελέτες ἀναφερόμενες στὸ ἑλληνικὸ ἱστορικὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ στὴν νεοελληνικὴ πραγματικότητα. Σημειώνονται ἐνδεικτικὰ οἱ μελέτες του Περὶ Βυζαντινῶν (1874), Sur la nomenclature moderne de la faune Grecque (1879), La Grèce avant la Révolution de 1821 (1884), Le rôle et les aspiration de la Grèce dans la Question d’Orient (1885), La byzantine et moderne – Essais historiques (1893).

Στὴν εὐρωπαϊκὴ διάσταση τῆς προσωπικότητας τοῦ Βικέλα ὀφείλεται καὶ ἡ ἐνεργὸς συμμετοχή του σὲ ποικίλες, φιλολογικὲς κυρίως, διεθνεῖς ἐπιτροπές, καὶ ἰδιαιτέρως ἡ ἐκλογή του, τὸ 1894, ὡς προέδρου τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὴν ἀνασύσταση τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, θέση ἀπὸ τὴν ὁποία συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὴν τέλεση τῶν πρώτων Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων στὴν Ἀθήνα, τὴν ἄνοιξη τοῦ 1896.

Ὡς λογοτέχνης ὁ Βικέλας ἀσχολήθηκε μὲ πολλὰ εἴδη τοῦ ἔντεχνου λόγου, τὴν ποίηση, τὴν πεζογραφία, τὴν μετάφραση. Ἡ συμβολή του στὴν νεοελληνικὴ λογοτεχνία εὑρίσκεται στὸ πεζογραφικό του ἔργο, τὸ ὁποῖο μεταφράσθηκε σὲ πολλὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Στὸ ἔργο αὐτὸ περιλαμβάνονται διηγήματα, τὰ περισσότερα δημοσιευμένα στὴν Ἑστία τὴν δεκαετία τοῦ 1880, καὶ τὸ μυθιστόρημα Λουκῆς Λάρας, ποὺ πρωτοδημοσιεύθηκε ἐπίσης στὴν Ἑστία τὸ 1879 καὶ εἶναι τὸ πιὸ ἀντιπροσωπευτικὸ ἀπὸ τὰ ἔργα του. Ὁ Λουκῆς Λάρας εὑρίσκεται στὸ μεταίχμιο μεταξὺ ἱστορικοῦ μυθιστορήματος καὶ ἠθογραφίας, καὶ ἀναφέρεται στὴν περίοδο τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, τῆς ὁποίας ὁ Βικέλας δίνει τὴν ἀτμόσφαιρα μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιπτώσεις τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων στὴν ζωὴ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα στὴν πορεία τοῦ ἥρωά του, τοῦ Λουκῆ Λάρα. Στὸ πεζογραφικὸ ἔργο τοῦ Βικέλα ἀνήκουν ἐπίσης οἱ ταξιδιωτικές του ἐντυπώσεις (Ἀπὸ Νικοπόλεως εἰς Ὀλυμπίαν) σὲ μορφὴ ἐπιστολῶν πρὸς τὸν φίλο του διακεκριμένο Γάλλο ἑλληνιστὴ Saint Hilaire, καὶ τὸ αὐτοβιογραφικό του ἔργο Ἡ ζωή μου. Ἀξιόλογο εἶναι καὶ τὸ μεταφραστικό του ἔργο, κυρίως οἱ μεταφράσεις ἔργων τοῦ Σαίξπηρ καὶ τῶν παραμυθιῶν τοῦ Ἀντερσεν.

Ἡ μακρὰ παραμονὴ τοῦ Βικέλα στὸ ἐξωτερικὸ δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ἔχει στενὴ καὶ γόνιμη ἐπαφὴ μὲ τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀνάμειξή του σὲ ζητήματα τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ ὑπάρχει στὰ ἔργα του, ἰδίως στὸν Λουκῆ Λάρα καὶ στὰ διηγήματά του. Ἃς σημειωθεῖ ἐπίσης ὅτι μὲ τὴν ἀρθρογραφία του ὁ Βικέλας προέβαλε συστηματικὰ στὸ ἐξωτερικὸ τὶς ἑλληνικὲς θέσεις καὶ διεκδικήσεις.

Ὁ Βικέλας ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1897, ἔτος σημαδιακὸ γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἑλληνισμοῦ, μετὰ τὴν ἐπώδυνη ἐμπειρία του ἀπὸ τὴν ἧττα στὸν ἑλληνοτουρκικὸ πόλεμο τοῦ 1897. Φύση αἰσιόδοξη καὶ μὲ πρακτικὸ νοῦ ὁ Βικέλας, δραστηριοποιήθηκε ἀμέσως γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ στόχου γιὰ τὴν μόρφωση τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποία θεωροῦσε ὡς τὸ λυσιτελέστερο μέσο γιὰ τὴν ἀνόρθωση καὶ ἀνασυγκρότηση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους τῆς ἐποχῆς. Ἃς ἐλπίζωμεν ὅτι ἡ διόρθωσις θὰ ἔλθη κάτωθεν διὰ τῆς βραδείας ἐξαπλώσεως τοῦ φωτισμοῦ γράφει σὲ κείμενό του γιὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1897. Δύο χρόνια ἀργότερα, τὸν Μάιο τοῦ 1899, ὁ Βικέλας ἵδρυσε τὸν Σύλλογο πρὸς διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων, πραγματοποιώντας τὴν ἰδέα ποὺ εἶχε συλλάβει τριάντα χρόνια ἐνωρίτερα, ἀπὸ τὸ 1869, καὶ εἶχε διατυπώσει κατὰ καιροὺς σὲ διαλέξεις καὶ δημοσιεύματα, καὶ ἐδρομολόγησε τὴν δραστηριότητά του πρὸς τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὴν μόρφωση τοῦ λαοῦ.

Ὁ Δημήτριος Βικέλας ὑπῆρξε «δημιουργὸς παιδείας» σὲ ὁλόκληρο τὸ φάσμα τῶν δραστηριοτήτων του στὸν πνευματικὸ καὶ τὸν κοινωνικὸ τομέα. Ἰδιαιτέρως δέ, ὡς πρὸς τὸ δημιούργημά του, τὸν Σύλλογο πρὸς διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων, ἡ ἐκδοτικὴ σειρὰ τῶν «Ὠφελίμων Βιβλίων», μὲ τὴν πρωτοτυπία καὶ τὴν μεγάλη ἐπιτυχία της, οἱ σχολικὲς βιβλιοθῆκες, οἱ παρεμβάσεις στὰ ἐκπαιδευτικὰ πράγματα τῆς ἐποχῆς, τὸ Ἐκπαιδευτικὸ Συνέδριο τοῦ 1904 καὶ ἡ Σεβαστοπούλειος Ἐργατικὴ Σχολὴ φέρουν τὴν σφραγῖδα τοῦ Βικέλα καὶ διακρίνονται ἀπὸ τὸ «νηφάλιον πάθος» του.